τυραννίς


τυραννίς
тирания, власть тирана

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "τυραννίς" в других словарях:

  • τυραννίς — monarchy fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τυραννίς — ίδος, ἡ, ΜΑ βλ. τυραννίδα …   Dictionary of Greek

  • τυραννίς (-ίδα) — Μορφή διακυβέρνησης, στην οποία η εξουσία ενός μόνου ανθρώπου, που κατακτά τα ανώτατα αξιώματα, ασκείται κατά τρόπο αυθαίρετο και ανεξέλεγκτο. Ο Πλάτων έβλεπε την τ. ως το σοβαρότερο κίνδυνο στον οποίο ήταν εκτεθειμένη η πολιτεία και ο… …   Dictionary of Greek

  • τυραννί — τυραννίς monarchy fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τυραννίδα — τυραννίς monarchy fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τυραννίδας — τυραννίς monarchy fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τυραννίδες — τυραννίς monarchy fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τυραννίδι — τυραννίς monarchy fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τυραννίδος — τυραννίς monarchy fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τυραννίδων — τυραννίς monarchy fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τυραννίσι — τυραννίς monarchy fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)